Ο ήλιος είχε μόλις κρυφτεί πίσω από τον ορίζοντα όταν η Αζάλια έφτασε στις παρυφές του φλογοδάσους. Το βραδινό αεράκι του φθινοπώρου έφερνε τις πρώτες ψυχρές ανάσες του χειμώνα, και έκανε τα ψηλά χόρτα της πεδιάδας που είχε αφήσει πίσω της να ανατριχιάζουν.
Η λυγερόκορμη βάρδος ξεπέζεψε από το άλογό της, και ξεκίνησε να καθαρίζει το ξέφωτο που θα έστρωνε να κοιμηθεί το βράδυ για να ανάψει φωτιά. Αφού μάζεψε όλα τα ξερά χόρτα και περιχαράκωσε την εστία με μεγάλες πέτρες, μπήκε στο δάσος να βρει ξερόκλαδα. Οι κορυφές των δένδρων είχαν αρχίσει να φωτίζονται από τις φλόγες των νεαρών βλαστών, και έβλεπε άνετα.
Ίσως ήταν οι σκιές που έριχναν τα φλογόδενδρα που τρεμόπαιξαν, ίσως κάποιο κλαδάκι που έσπασε καθώς την πλησίασε από πίσω, αλλά ο ληστής δεν κατάφερε να την αιφνιδιάσει. Το εγχειρίδιό του χτύπησε τον αέρα στο σημείο που ήταν η ωμοπλάτη της Αζάλιας το προηγούμενο δευτερόλεπτο και τα πόδια του λύγισαν, χτυπημένα πίσω από τα γόνατα με ένα χοντρό κούτσουρο. Το ίδιο κούτσουρο ήταν το τελευταίο πράγμα που είδε προτού να πέσει αναίσθητος με σπασμένη μύτη.
Έιχε ήδη βγει το φεγγάρι όταν ο ληστής άρχισε να σαλεύει. Η Αζάλια τον κοιτούσε τρώγοντας τη σούπα της.
“ωωωωχ”
“Μην ακουμπάς τη μύτη σου, είναι σπασμένη. Σε καθάρισα από το αίμα για να μην πνιγείς και την ανέταξα αλλά θα είσαι πρησμένος για πολύ καιρό. Για τον πόνο δε σου έδωσα τίποτα. Να μάθεις να χτυπάς πισώπλατα ανυπεράσπιστα κοριτσάκια.”
“Πολύ ανυπεράσπιστα. Σκύλα…Αν σε πιάσω στα χέρια μου!”
“Θα πρέπει πρώτα να τα λύσεις από τα πόδια σου. Με την ησυχία σου. Έχεις μισή μέρα μέχρι να σε παραδώσω αύριο στη φρουρά της Ιάζης. Επίσης το σχοινί είναι υφασμένο από δεσμόχορτο. Όσο το τεντώνεις τόσο σφίγγει. Και δε θα το κόψω για να μην πάθεις γάγγραινα.”
“Γκρμφλχ” ήταν η απάντηση του ληστή.
“Σκασμός τώρα. Ήμουν καβάλα όλη μέρα και θέλω να κοιμηθώ λίγο. Αν έχεις αντιρρήσεις, δεν έχω κάψει ακόμα το κούτσουρο που σε ασπάστηκε.”
Ο ληστής δεν ξαναμίλησε, παρά έμεινε να τρίβει την πρησμένη του μύτη. Η Αζάλια σκεπάστηκε με την κουβέρτα της και άφησε την κούρασή της να την παρασύρει σε ύπνο χωρίς όνειρα.